ευφροσύνη

ευφροσύνη
η радость, большое удовольствие, наслаждение; веселье

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ευφροσύνη" в других словарях:

  • Εὐφροσύνη — mirth fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐφροσύνῃ — Εὐφροσύνη mirth fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυφροσύνη — εὐφροσύνη mirth fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυφροσύνῃ — εὐφροσύνη mirth fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευφροσύνη — I Μυθολογικό πρόσωπο. Μία από τις τρεις Χάριτες, αδελφή της Αγλαΐας και της Θάλειας, κόρη του Δία και της Ευρυνόμης ή Αυτονόης. Άλλη παράδοση την αναφέρει ως κόρη της Νύχτας και του Ερέβους. II Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Ε. η… …   Dictionary of Greek

  • εὐφροσύνη — εὐφρόσυνος cheery fem nom/voc sg (attic epic ionic) εὐφροσύνη mirth fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφροσύνῃ — εὐφρόσυνος cheery fem dat sg (attic epic ionic) εὐφροσύνη mirth fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευφροσύνη — η μεγάλη χαρά, ευχαρίστηση, αγαλλίαση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐφροσύνηι — εὐφροσύνῃ , εὐφρόσυνος cheery fem dat sg (attic epic ionic) εὐφροσύνῃ , εὐφροσύνη mirth fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐφροσύνηι — Εὐφροσύνῃ , Εὐφροσύνη mirth fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐφροσυνῶν — Εὐφροσύνη mirth fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»